Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 15 Ιουλίου 2020
Πολιτισμός Λαϊκός Πολιτισμός - Άνθρωποι Οι Άνθρωποι Οι Πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας Λάρισα

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Οι Βλάχοι
Οι Εβραίοι
Οι Σαρακατσάνοι
Οι Πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Λάρισα
Οι Πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

18/11/2008
Η «σιντιάνκα» και η «μιντζιά»

Διαχειριστής

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η «σιντιάνκα» -συνάντηση, αντάμωμα- και η «μιντζιά», πέραν του κοινωνικού τους χαρακτήρα, ήταν ένας τρόπος οργάνωσης των γεωργικών εργασιών με αλληλοβοήθεια.

Η «συντιάνκα»
Η «συντιάνκα» ήταν το νυχτέρι των γυναικών από το Σεπτέμβρη μέχρι τα πρώτα κρύα του Οκτώβρη και δεν αποτελούσε τόσο έθιμο όσο συνήθεια.

Γυναίκες κάθε ηλικίας μαζεύονταν -«αντάμωναν»- στα σταυροδρόμια ή στις πλατείες, άναβαν φωτιές και γύρω από αυτές έπαιρναν τις ρόκες ή τα αδράχτια τους για να γνέσουν το μαλλί και να κάνουν κλωστές.

O σκοπός της ήταν κυρίως κοινωνικός, αφού αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο ένα «νυφοπάζαρο». Στις σιντιάνκες, τα ελεύθερα κορίτσια συνοδεύονταν από τις μάνες, τις κουνιάδες, τις θείες ή τις παντρεμένες αδελφές τους. Τα αγόρια κατά τη διάρκεια της βραδιάς μαζεύονταν και σεργιάνιζαν όρθια τις κοπέλες, αποφασίζοντας ποιά θα παντρευτούν.

Οι «σιντιάνκες» κρατούσαν έως και τα περασμένα μεσάνυχτα. Τα ελεύθερα αγόρια και κορίτσια είχαν περισσότερη ελευθερία την περίοδο αυτή, λόγω του ότι οι πατεράδες τους έλειπαν, με τα κάρα στο βουνό, για να φέρουν ξύλα για το χειμώνα.

Το τραγούδι των κοριτσιών είχε συγκεκριμένο στίχο και ειδικό τρόπο ερμηνείας. Έπρεπε να είναι μακρόσυρτο, διαπεραστικό, να ακούγεται τη νύχτα μακριά, ώστε να στέλνει τα ερωτικά του μηνύματα και να βρίσκει το αυτί και την καρδιά του εκλεκτού, αφού όπως έλεγαν μαζεύονταν «για να αϊγαπήσουν και να αϊγαπηθούν».

«Ν’ αηγόρους ν’ κόρη π’ αγαπάει (μ’)
γιεμ’ τ’ ν αγαπάει , γιεμ τουν γιλάει.
Για κάτσι , κάτσι αηγόρι μου (μ’)
Τ’ αρνίχθια ακόμα δεν λάλ’σαν,
τα μικρουπαίδια τώρα κλαιν,
πααιν’ οι μάνις για νιρό.
Ξεγέλασε τον αηγόρου τ’ς
τουν έφιξι στ’ σιντιάνκα»


Η «μιντζιά»
Παλιότερα, μια φορά το χρόνο κάθε νοικοκυρά, αν είχε καλαμπόκια για ξεφλούδισμα, φώναζε τα νεαρά κορίτσια για να την βοηθήσουν. Τα κορίτσια καλοντυμένα έφταναν το βραδάκι στο σπίτι της.

Πριν αρχίσουν οι δουλειές, στρώνανε το τραπέζι για να φάνε. Μετά το φαγητό τα κορίτσια δούλευαν τραγουδώντας και λέγοντας ιστορίες και αστεία. Τα αγόρια μαζεύονταν και αυτά εκεί, κάθονταν και κουβέντιαζαν.

Τα κορίτσια έβαζαν λουλούδια στα αυτιά, παρέχοντας έτσι την δυνατότητα στο κάθε αγόρι να εκδηλώσει τα αισθήματά του στην κοπέλα που αγαπούσε, παίρνοντας το λουλούδι από το αυτί της. Όταν πια τα κορίτσια έμεναν χωρίς λουλούδια στα αυτιά, τα αγόρια καληνυχτούσαν κι έφευγαν. Όταν οι δουλειές τελείωναν, ακολουθούσε πάλι φαγητό και τα κορίτσια έπεφταν για ύπνο.