Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 17 Δεκεμβρίου 2017
Περιβάλλον Ο Πηνειός Λάρισα

Ο Πηνειός και οι ποταμόβαρκες (1880). Στο κέντρο διακρίνεται το γεφύρι της Λάρισας
(Φωτογραφία: Αρχείο Α. Γαλερίδη)
Κοσμοσυρροή στο κατάστρωμα του γεφυριού (1884)
(Φωτογραφία: Αρχείο Α. Γαλερίδη)
Η Τελετή των Φώτων στον Πηνειό
(Φωτογραφία: Αρχείο Α. Γαλερίδη)
Η πλημμύρα του 1909. Τα πέντε από τα εννιά ανοίγματα της γέφυρας καλύφθηκαν από τα πλημμυρικά νερά. Το Αλκαζάρ και ο Πέρα Μαχαλάς έγινναν νησί
(Φωτογραφία: Αρχείο Α. Γαλερίδη)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Φυσική Γεωγραφία
Κλίμα
Έδαφος - Υπέδαφος
Χλωρίδα - Πανίδα
Ο Πηνειός
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Λάρισα
Ο Πηνειός: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

23/11/2008
Το γεφύρι της Λάρισας

Αντώνης Γαλερίδης

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η θέση του γεφυριού
Για αιώνες, το σύμβολο της Λάρισας για τους Έλληνες και τους Τούρκους κατοίκους της, αποτελούσε το εννεάτοξο πετρογέφυρο της πόλης. Ήταν χτισμένο στη θέση του πρώτου τμήματος της υπάρχουσας σήμερα γέφυρας του Πηνειού ποταμού, που κατασκευάστηκε το 1950 και γεφύρωνε την παλιά(ιστορική) κοίτη του ποταμού. Το δεύτερο τμήμα της σύγχρονης γέφυρας κατασκευάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, παραπλεύρως της πρώτης, για την κάλυψη των κυκλοφοριακών αναγκών της πόλης. Τα βάθρα της πρώτης σύγχρονης γέφυρας, επίσης εννέα ανοιγμάτων, στηρίζονται στη θεμελίωση του παλιού πέτρινου γεφυριού.

Η χρονολογία κατασκευής
Οι δύο μελετητές της ιστορίας της πόλης της Λάρισας, Νικόλαος Γεωργιάδης και Επαμεινώνδας Φαρμακίδης, στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα αντίστοιχα, υποστήριξαν ότι το γεφύρι θεωρείται έργο βυζαντινό, χτισμένο πριν από τον 13ο αιώνα, που ανακαινίστηκε επί τουρκοκρατίας από τον Χασάν Μπέη, εγγονό του πορθητή της Λάρισας Τουρχάν Μπέη (15ος αι.). Κατά τον Νικόλαο Γεωργιάδη το γεφύρι ήταν «δωδεκάτοξο» ενώ κατά τον Επαμεινώνδα Φαρμακίδη «δεκάτοξο».

Προκειμένου να προσεγγιστεί ο χρόνος κατασκευής του γεφυριού με βάση τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά και ύστερα από επισταμένη μελέτη και παρατήρηση των ιστορικών και γεωγραφικών δεδομένων, διαπιστώνεται ότι τα κύρια τόξα του γεφυριού είναι ψαλιδωτά. Τέτοια τόξα περσικής επιρροής χρησιμοποιούσαν και οι βυζαντινοί τεχνίτες. Επίσης, τα τόξα των ανακουφιστικών ανοιγμάτων είναι πιο σύνθετα και παρατηρούνται σε τουρκικές και γενικώς ισλαμικές κατασκευές του 15ου αιώνα. Έτσι, από την μορφή των τόξων των ανακουφιστικών ανοιγμάτων προκύπτει ότι πρόκειται περί ισλαμικής κατασκευής. Συνεπώς, ο πιθανότερος κτήτορας του γεφυριού να ήταν ο Χασάν Μπέης, ο οποίος φέρεται ότι ανακαίνισε, και ακόμη πιο πιθανό ότι το ανακατασκεύασε στη θέση προγενέστερου, επίσης πέτρινου γεφυριού που είχε καταρρεύσει.

Περιγραφή - τεχνικά χαρακτηριστικά
Τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του γεφυριού είναι λεπτομερώς γνωστά, από στοιχεία που αντλήθηκαν από την αποτύπωση της αγγλικής εταιρείας Boot, η οποία κατασκεύασε προπολεμικά τα αντιπλημμυρικά έργα της Θεσσαλίας.

Το συνολικό μήκος του γεφυριού ήταν 118,26 μέτρα και το πλάτος του ήταν 4,75 μέτρα.

Ο Βρετανός αρχαιοδίφης και τοπογράφος William Martin Leake, στο έργο του «TRAVELS IN NORTHERN GREECE» αναφέρει ότι το πλάτος του γεφυριού ήταν τόσο, ώστε να μπορούν να διασταυρωθούν πάνω του δύο άμαξες. Εκτιμάται ότι ήταν 4,00 μέτρα αν θεωρηθεί ότι το πάχος των στηθαίων ήταν 0,35μ. Τα ανοίγματα των τόξων κυμαίνονται από 7 έως 10,50 μέτρα. Τα οκτώ μεσόβαθρα του γεφυριού, προστατεύονταν από τριγωνικούς προβόλους, (με 4 βαθμίδες) που κατέληγαν στο ύψος της ποδιάς των ανακουφιστικών ανοιγμάτων (παραθυρίδων).Τα στηθαία του γεφυριού αποτελούνταν από μεγάλες λαξευτές πέτρες τοποθετημένες επί της κορωνίδας κατά την μεγάλη διάστασή τους.

Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα το 1881, το κατάστρωμα του γεφυριού διαπλατύνθηκε από 4,00 σε 4,57 μέτρα, από ελληνική μονάδα του μηχανικού, με καθαίρεση τμήματος των στηθαίων και προστέθηκαν πεζοδρόμια μήκους 1,50 μ. Όπως προαναφέρθηκε, τα κύρια τόξα του γεφυριού ήταν «ψαλιδωτά» και τα ανακουφιστικά ανοίγματα «ισλαμικά».

Οι θολίτες και γενικώς όλες οι πέτρες κατασκευής του γεφυριού ήταν λαξευτές και πολύ καλά επεξεργασμένες, με εντυπωσιακότερες αυτές των παλαιών στηθαίων. Ο πωρόλιθος που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή των λίθων του γεφυριού, προερχόταν πιθανότατα από την περιοχή της Αγιάς ή, με μικρή πιθανότητα, να χρησιμοποιήθηκε πωρόλιθος από τις λοφώδεις περιοχές της εξόδου των Τεμπών.

Το κονίαμα ήταν ισχυρότατο, αφού η παλαιά θεμελίωση του γεφυριού χρησιμοποιήθηκε και στην κατασκευή της νέας γέφυρας.

Το γεφύρι στη ζωή της πόλης
Το γεφύρι «Αλκαζάρ», όπως αποκαλούνταν μεσοπολεμικά αλλά και σήμερα λόγω της γειτνίασης του με το άλσος Αλκαζάρ (άλσος Νυμφών), αποτελούσε αναμφίβολα το σημαντικότερο κτίσμα της Λάρισας. Καθημερινά το κατάστρωμα του έσφυζε από ζωή και κίνηση, αφού εκτός των λειτουργικών του αναγκών αποτελούσε και χώρο περιπάτου.

Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πλημμύρων του ποταμού οι κάτοικοι της πόλης παρακολουθούσαν τα φουσκωμένα νερά του Πηνειού πάνω απ’ το κατάστρωμα του. Μεσοπολεμικά δεν υπήρξε Λαρισαίος αλλά και επισκέπτης που να μη φωτογραφήθηκε μπροστά στο γεφύρι.

Το γεφύρι ένωσε την πόλη της Λάρισας με τη συνοικία του Πέρα Μαχαλά και ουσιαστικά την Βόρεια με την Νότια Ελλάδα. Μέχρι σήμερα πάνω απ’ το γεφύρι γίνεται η κατάδυση του Τίμιου Σταυρού την ημέρα των Θεοφανείων. Το γεφύρι «Αλκαζάρ» ήταν αναμφίβολα ενταγμένο στη ζωή της πόλης.

Το ιστορικό καταστροφής του γεφυριού
Την Μεγάλη Παρασκευή του έτους 1941, με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, οι Βρετανοί ανατίναξαν ένα τόξο προκειμένου να καλύψουν την υποχώρηση τους. Η καταστροφή όμως του γεφυριού ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1944, με την υποχώρηση των Γερμανών, οι οποίοι ανατίναξαν όλα τα τόξα εκτός από δυο.

Μετά την ανατίναξη, η επικοινωνία προς Τύρναβο – Ελασσόνα σε πρώτη φάση γινόταν με βάρκες και πορθμείο (περαταριά) και στην συνέχεια στήθηκαν δύο ξυλογέφυρες, μέχρι το 1950 που παραδόθηκε στην κυκλοφορία η πρώτη γέφυρα από οπλισμένο σκυρόδεμα.