Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 22 Οκτωβρίου 2017
Τουρισμός - Σύγχρονη Ζωή Αρχιτεκτονική Φυσιογνωμία Λάρισα

Διώροφο νεοκλασσικό κτίσμα στη γωνία των οδών Καραϊσκάκη και Φαρμακίδου, χαρακτηρισμένο ως διατηρητέο. Το ισόγείο του είχε χρησιμοποιηθεί αρχικά ως μπακάλικο και σήμερα λειτουργεί ως μεζεδοπωλείο με την επωνυμία Νικόδημος.
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Διατηρητέο διώροφο κτήριο στη γωνία των οδών Φαρμακίδου και Παλαιστίνης, του Κωνσταντινουπολίτη αρχιτέκτονα Μακ Ρούμπεν (Έτος κατασκευής 1929). Ανήκει στο ρεύμα του μεσοπολεμικού εκλεκτισμού. Διακρίνεται για την ποιότητα των υλικών του και την αισθητική του.
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Διώροφο διατηρητέο νεοκλασσικό επί της οδού Μανωλάκη 11, με ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία.
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Διώροφο προπολεμικό κτήριο με νεοκλασσικό ύφος στη γωνία των οδών Μανωλάκη και Ηφαίστου
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Τριώροφο κτίσμα επί της οδού Βενιζέλου 107. Χτίστηκε το 1930. Από τα πλέον αξιόλογα κτήρια της εποχής του με μεγάλη ιστορική αξία.
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Το κτήριο μαζί με το γειτονικό του αποτελούν μια ενότητα αξιόλογων κτηρίων με ομοιόμορφα χαρακτηριστικά. Είναι ισόγεια με ημιυπόγειο και το κύριο χαρακτηστικό τους είναι η σοφίτα στο κεντρικό τμήμα των όψεών τους. Βρίσκονται στη συμβολή των οδών 31 Αυστούστου και Μαβίλη.
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Προπολεμικό διώροφο κτήριο Τράπεζας στην οδό Ί. Δραγούμη 3.
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Διώροφο προπολεμικό κτήριο στη συμβολή των οδών Παπαναστασίου και Γρηγορίου Ε'.
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)
Διώροφο μεταπολεμικό κτήριο στην οδό Αθ. Διάκου 3
(Φωτογραφία: Παπακωνσταντίνου Α.)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Δομημένο Περιβάλλον
Αρχιτεκτονική Φυσιογνωμία
Ευρωπαϊκή Προοπτική της Πόλης
Οργανισμοί
Μέσα Μεταφοράς
Διαμονή
Αποδράσεις - Διαδρομές στη Θεσσαλία
Αδελφοποιημένες πόλεις
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Λάρισα
Αρχιτεκτονική Φυσιογνωμία: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών Ν. Λάρισας

24/11/2008
Αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Λάρισας

Διαχειριστής

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Η Λάρισα μια από τις πιο δυναμικές και οικονομικά ενεργές πόλεις της Ελλάδας, είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος πόλη της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Ελλάδας και αποτελεί δυναμικό διοικητικό, εμπορικό, οικονομικό, πανεπιστημιακό, γεωργικό, συγκοινωνιακό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας. Τέσσερις και πλέον χιλιετίες ζωής συμπληρώνονται γύρω από την ακρόπολή της, το λόφο του Φρουρίου, πλάι στο ζωοδότη Πηνειό. Αποτελεί τη μοναδική πόλη στον Ελλαδικό χώρο, που σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, βρίσκεται πάντα στην ίδια θέση και έχει το ίδιο όνομα.

Η εικόνα του οικιστικού αποθέματος έχει άμεση σχέση με τις διαχρονικές εξελίξεις της πόλης. Ανά περιόδους, έντονες επεκτάσεις του οικιστικού ιστού, φέρουν και το στίγμα της εποχής όπως το κατασκευαστικό ύφος, την τεχνολογία υλικών και τις διάφορες επιρροές – επιδράσεις του τρέχοντος κοινωνικοπολιτικού κλίματος.

Κατά τη Βυζαντινή περίοδο η Λάρισα αποτελούσε μητρόπολη με δεκατέσσερις επισκοπές. Την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχαν έξι μεγάλα τζαμιά με μιναρέδες και δεκαέξι εκκλησίες.

Μετά την απελευθέρωση η πόλη άρχισε τη μεγάλη προσπάθεια για την αναγέννησή της και τη μεταμόρφωσή της σε συγκοινωνιακό κέντρο. Αρχικά, ο πυρήνας της σημερινής πόλης διαμορφώθηκε -παρά τον ανασχεδιασμό του 1883- μέσα στα όρια του παλιού οθωμανικού αστικού ιστού, ακολουθώντας τα παλιά έργα υποδομής και την προϋπάρχουσα ρυμοτομία. Αυτό δημιούργησε προβλήματα που συνεχίζουν ακόμη να υφίστανται σε πολλές περιοχές της Λάρισας (αδιέξοδες οδοί, δαιδαλώδης οργάνωση, κ.λπ.). Αυτό οφείλεται διότι κατά την αρχική φάση της τουρκοκρατίας, στα μεγάλα αστικά κέντρα που αποτέλεσαν διαμετακομιστικά, εμπορικά και διοικητικά κέντρα, σε πολλές περιπτώσεις η ανάπτυξη των πόλεων ήταν βασισμένη στις διατάξεις των βυζαντινών προγενέστερων οικιστικών κέντρων που παρουσίαζαν μια δαιδαλώδη οργάνωση. Η οργάνωση αυτή αργότερα έγινε και η οθωμανική παραδοσιακή οργάνωση του χώρου. Η περιοχή στο λόφο του Φρουρίου, απεικονίζει αυτή ακριβώς την περίοδο.

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός των σπιτιών μετά την απελευθέρωση ξεφεύγει από τα παραδοσιακά πρότυπα, όπως φαίνεται από τις κατόψεις τους και την διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων, και ακολουθεί τον αθηναϊκό νεοκλασικισμό. Το νεοκλασικό αρχιτεκτονικό σχέδιο όπως διαμορφώθηκε στην Αθήνα, έχει κάτοψη σχεδόν κανονικού τετραγώνου με διάδρομο να το διασχίζει διαμπερώς απ’ την πλευρά της εισόδου ως την αντικρινή και τα δωμάτια να καλύπτουν τους εκατέρωθεν αυτού χώρους. Σε αντίθεση το παραδοσιακό -από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας- θεσσαλικό σπίτι έχει ορθογώνια κάτοψη με τα δωμάτια εν σειρά κατά μήκος της μακράς πλευράς του, ενώ η απέναντι μακρά πλευρά οριοθετεί το σκεπαστό χαγιάτι. Έτσι βασική επιδίωξη των μαστόρων που ανέλαβαν να κτίσουν τις νέες οικοδομές στην Λάρισα υπήρξε η μορφολογική μετατροπή του παραδοσιακού σπιτιού σε κυβόσχημο. Η τετράκλινη στέγη κοσμείται συνήθως με αέτωμα στην πρόσοψη. Τα παράθυρα αποκτούν ύψος, ψευδοπεσσοί και κυμάτια διαμορφώνονται στα επιχρίσματα (σοβάδες) των εξωτερικών επιφανειών. Η εξωστρέφεια των νέων οικημάτων επισημαίνεται από τις νέες κατασκευές προστώων και μπαλκονιών -συγχρόνως όμως σιδεριές ασφαλίζουν τα παράθυρα των ισογείων. Τα δομικά υλικά και ο κατασκευαστικός τρόπος παραμένουν τα γνωστά παραδοσιακά: πλιθιά και ξυλοδεσιές. Τα σπίτια αυτά και τα υλικά ταίριαζαν με το χώρο. Οι όγκοι τους κατάφερναν να έχουν πλούσιο φωτισμό και αερισμό, ζέστη το χειμώνα, δροσιά το καλοκαίρι, έχοντας ως βασικό κριτήριο τον ανάλογο προσανατολισμό σε σχέση με το βορά.

Τα προαναφερθέντα σπίτια εμφανίζονται μόνο στη Λάρισα και στον θεσσαλικό χώρο και χαρακτηρίζονται ως λαϊκά νεοκλασικά.

Από την αραιοκατοικημένη πόλη της Λάρισας των αρχών του 20ου αιώνα, από τα χαμηλά αρχοντικά κτίρια σώζονται ελάχιστα. Η επέκταση της πόλης εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού και της εγκατάστασης προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία και αργότερα από τη Μικρά Ασία, δημιούργησε νέες συνοικίες (Άγιος Κωνσταντίνος και Σιδηροδρομικός Σταθμός) επεκτείνοντας τη πόλη και εκτός των τειχών.

Από την επόμενη περίοδο ανοικοδόμησης της πόλης, κατά τη δεκαετία 1950-1960, η Λάρισα μετά από καταστροφικούς σεισμούς, ανοικοδομείται χωρίς σχέδιο αναμόρφωσης και με χαρακτηριστικά αυτής της δόμησης την μικρή έγγεια ιδιοκτησία και τα μικρά πλάτη οδών. Την περίοδο αυτή η Λάρισα γνωρίζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξή της και μάλιστα με ολοένα εντεινόμενους ρυθμούς. Δυστυχώς, η επέκταση της πόλης πραγματοποιήθηκε με αυθαίρετη δόμηση εκτός σχεδίου. Στη δεκαετία του 1960 έγιναν ορισμένες επεκτάσεις του σχεδίου πόλης, κυρίως σε αυθαίρετα δομημένες περιοχές. Την περίοδο αυτή ανεγείρονται ορισμένα δημόσια κτίρια όπως το Δημοτικό Ωδείο, η Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, καθώς και άλλα έργα υποδομής. Τα επίσης χαμηλά κτίρια αυτής της εποχής, κυρίως διώροφα πια με μεγάλους κήπους, δεν έχουν διασωθεί εκτός από συγκεκριμένα στην περιοχή του Φρουρίου και σε εκτός κέντρου περιοχές.

Η ανοικοδόμηση της πόλης επικεντρώθηκε στην κατασκευή σε έργα υποδομής και ανάπτυξης, περιορίζοντας σαφώς οποιαδήποτε εξέλιξη αρχιτεκτονικής ιδιαιτερότητας. Έτσι η περίοδος αυτή κτιριολογικά δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πλην των εξωραϊστικών έργων που στόχευαν στην αλλαγή της όψης της πόλης (αισθητική αναβάθμιση). Την εξέλιξη της περιόδου αυτής, η οικοδομική δραστηριότητα αυξάνεται σε υψηλά επίπεδα και η ζήτηση κατοικίας μεγεθύνεται. Η περίοδος αυτή που συνοδεύεται και με μια βιομηχανική ανάκαμψη και οικονομική ευρωστία, οδηγεί τον τομέα της αγοράς ακινήτων σε μια πίεση ταχείας στεγαστικής προσφοράς και αύξησης της δόμησης ιδίως στο κέντρο. Το αποτέλεσμα αυτής της πίεσης ήταν η κατασκευαστική λύση της πολυώροφης κατοικίας (πολυκατοικίας).

Όπως προκύπτει και από την εικόνα της πόλης σήμερα, η κατασκευή της πολυκατοικίας, αποτέλεσε το δεσπόζον μορφολογικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής της πόλης. Ο νέος αυτός τύπος αστικής οικοδομής, κατάφερε να απορροφήσει τις έντονες στεγαστικές ανάγκες που προέκυψαν από τις μετακινήσεις του πληθυσμού κυρίως από τις αγροτικές περιοχές προς τις πόλεις (αστυφιλία) χωρίς έντονες κοινωνικές αναταραχές, αλλά αποστέρησαν την πόλη από πολλά στοιχεία της παλαιάς αισθητικής εικόνας της, εκείνης με τα χαμηλά κτίρια και τις ευαίσθητες αρχιτεκτονικές εκφράσεις.

Τα νέα υλικά και η νέα τεχνολογία έφεραν νέες συμπεριφορές και νέους τρόπους έκφρασης. Η κοινωνική ασυνέχεια με την άγνοια του γείτονα της διπλανής πόρτας, η ψυχολογική απόσταση των ατόμων, η διαφορετικότητα και ο διαχωρισμός των χρήσεων γης με την παράλληλη διαίρεση του χώρου δουλειάς με το χώρο ύπνου και ψυχαγωγίας, δημιούργησαν πλέον σοβαρά προβλήματα ύπαρξης και ανθρωπιάς.

Η εντατική εκμετάλλευση της αστικής γης και επομένως η αύξηση της αξίας της, οδήγησε στην σημερινή υψηλή πυκνότητα δόμησης της πόλης. Ανάμεσα ωστόσο στις μεταπολεμικές πολυκατοικίες, σε διάφορα σημεία της πόλης αλλά κυρίως στην περιοχή του κέντρου, διασώζονται μεμονωμένα κτίρια ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, κυρίως δημόσια κτίρια, τα οποία διατηρήθηκαν ακριβώς λόγω του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος (δημόσιο). Τα κτίρια αυτά, όμως, στην πλειοψηφία τους είναι σχετικά κακοδιατηρημένα, τόσο στις όψεις τους, όσο και στον εσωτερικό τους χώρο, και σε συνδυασμό με την χαμηλή αισθητική των πολυκατοικιών του κέντρου, επιδρούν αρνητικά στην γενικότερη αισθητική του δομημένου περιβάλλοντος στην περιοχή.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά η φυσιογνωμία της πόλης αλλάζει θεαματικά. Διαμορφώνεται σε μια σύγχρονη ελληνική μεγαλούπολη με ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Η Λάρισα αποκτά νέα κτήρια, όπως το Λαογραφικό Μουσείο, τη Δημοτική Πινακοθήκη «Γ.Ι.Κατσίγρα», το Νέο Δημοτικό Ωδείο, το Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο, το κτήριο της Ιατρικής Σχολής, το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, το Διαχρονικό Μουσείο κ.ά. Αξιοποιείται το συγκρότημα του Μύλου Παπά και αναδεικνύεται η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του κτηρίου δίνοντας στη Λάρισα το στίγμα της πόλης με ταυτότητα, παρελθόν και μέλλον.

Προχωρά η αναβάθμιση, ανάπλαση του κέντρου και ειδικότερα του χώρου του Φρουρίου που δεσπόζει στον ποταμό, με σκοπό τον προσδιορισμό της χαμένης «ταυτότητας της πόλης».

Αναμορφώνεται ο κεντρικός τομέας με τους πεζοδρόμους, ίσως η πλέον εκτεταμένη πολεοδομική παρέμβαση που έγινε ποτέ σε ελληνική πόλη. Η πλατεία Ταχυδρομείου θεωρείται από τις πλέον πολυσύχναστες της Ελλάδος.

Με την αποκάλυψη του Α’ Αρχαίου Θεάτρου, εφάμιλλου κατά μέγεθος και κατάσταση διατήρησης με αυτό της Επιδαύρου, η Λάρισα έγινε η μοναδική πόλη -εκτός της Αθήνας- με δύο αρχαία θέατρα μέσα στον πολεοδομικό της ιστό. Η ολοκληρωτική αποκάλυψη, αναστήλωση και η ένταξή του στη ζωή της πόλης θα την απογειώσει πολιτιστικά και θα τη συνδέσει με την ιστορική της πορεία.