Αναζητήστε στην Πύλη

Σύνθετη αναζήτηση
 
Αρχική 27 Μαΐου 2019
Πολιτισμός Λαϊκός Πολιτισμός - Άνθρωποι Οι Άνθρωποι Οι Σαρακατσάνοι Λάρισα

Σαρακατσάνα μπροστά από ορθό κονάκι
(Φωτογραφία: Αρχείο Ε. Σταυροθεοδώρου)
Οικογένεια Σαρακατσάνων (1934)
(Φωτογραφία: Αρχείο Ε. Σταυροθεοδώρου)

Ήχοι - Βίντεο
Δεν υπάρχουν αρχεία ήχου και βίντεο.

Σχετικοί Σύνδεσμοι
Δεν υπάρχουν σχετικοί σύνδεσμοι.

Άλλα Αρχεία
Δεν υπάρχουν αρχεία.
ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Οι Βλάχοι
Οι Εβραίοι
Οι Σαρακατσάνοι
Οι Πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ
Λάρισα
Οι Σαρακατσάνοι: ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Ολες οι κατηγορίες
Δεν υπάρχουν υποκατηγορίες στη Θεματική Κατηγορία που επιλέξατε.

02/11/2008
Τρόπος Ζωής

Διαχειριστής

προεπισκόπηση εκτύπωσης

Το τσελιγκάτο
Το τσελιγκάτο ήταν ένας συνεταιρισμός που φρόντιζε για την εκμετάλλευση της παραγωγής. Είτε βρίσκονταν στα βουνά για «ξεκαλοκαιριό», είτε το χειμώνα στα «χειμαδιά» αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους για την καλύτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Ήταν όμως και ένας οργανωμένος πυρήνας ζωής.

Το τσελιγκάτο αποτελούνταν από 20 έως 60 οικογένειες. Επικεφαλής του ήταν ο κεχαγιάς (αρχιτσέλιγκας). Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο. Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη καθώς συμβούλευε -μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές.

Η ομαλή λειτουργία του τσελιγκάτου στηριζόταν στην αρχή πως θα εργαζόταν όλοι -συμπεριλαμβανομένου του τσέλιγκα που έπρεπε να είναι πρότυπο για τους υπολοίπους και να εμπνέει σεβασμό, να είναι ο πιο μορφωμένος, κοινωνικός, μετριοπαθής, γενναίος, συνετός, σοφός και τίμιος.

Όλοι είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά (τεφτέρια).

Το κονάκι
Το σπίτι των Σαρακατσάνων ήταν το λεγόμενο κονάκι, ένα καλύβι με σάλωμα, που το κατασκεύαζαν μόνοι τους και ήταν δυο τύπων:

α) το ορθό κονάκι ήταν κωνοειδής καλύβα που κατέληγε στην κορυφή της σε σταυρό και είχε στο κέντρο την εστία (φωτογώνι) και γύρω-γύρω διασκευασμένους χώρους όπου τοποθετούσαν ρούχα, είδη μαγειρικής κ.λπ.
β) ο πλάγιος τύπος που είχε δίρριχτη στέγη και κατασκευαζόταν από κορμούς δέντρων, ξύλα (πελεκούδια) και κλαδιά ελάτων (μπάτσες).

Τα «κονάκια» -δηλαδή το σύνολο των νομαδικών οικογενειών- αποτελούσαν τη Στάνη. Η Στάνη και το τσελιγκάτο δεν ταυτίζονταν. Μπορεί μια στάνη να είχε δυο ή περισσότερα τσελιγκάτα.

Η Οικογένεια
Η Σαρακατσάνικη οικογένεια ήταν πατριαρχική. Αυστηρή πειθαρχία και άγραφοι απαρασάλευτοι νόμοι όριζαν τη συμπεριφορά του κάθε μέλους της. Ο άνδρας ήταν ο αρχηγός της οικογένειας. Στον πατέρα και τη μάνα υπήρχε απόλυτος σεβασμός. Το κορίτσι το χαρακτήριζε η ντροπαλοσύνη και η καλή ανατροφή, ενώ το αγόρι έπρεπε να είναι σεμνό και συγκρατημένο. Ο στυλοβάτης όμως της οικογένειας ήταν η γυναίκα, που σήκωνε όλο το βάρος των ευθυνών. Αυτή είχε αναλάβει τις καθημερινές δουλειές του νοικοκυριού αλλά και τις εξωτερικές δουλειές των προβάτων. Το γνέσιμο του μαλλιού ήταν για τη Σαρακατσάνα ευχαρίστηση, γι’ αυτό όπου κι αν πήγαινε είχε μαζί της τη ρόκα. Εκείνο που την κρατούσε «σκλαβωμένη» ήταν ο αργαλειός. Έπρεπε να υπηρετεί την οικογένεια με θρησκευτική ευλάβεια και προσήλωση. Ενέπνεε όμως σεβασμό και έχαιρε εκτίμησης, ιδιαίτερα όταν γινόταν μητέρα.

Η Παιδεία
Η παιδεία των Σαρακατσάνων ήταν σχεδόν μηδενική. Οι σκληρές συνθήκες ζωής και οι συνεχείς μετακινήσεις τους δεν επέτρεπαν τη μόρφωση των παιδιών τους σε σχολεία. Μέσα από την καθημερινή συναναστροφή, οι μεγαλύτεροι μετέδιδαν στους μικρούς τις γνώσεις και τις παραδόσεις τους. Επιπλέον, τα αγόρια μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική, κάτι που θα τους ήταν αργότερα απαραίτητο για τις οικονομικές συναλλαγές τους. Κάποια τσελιγκάτα, το καλοκαίρι, με δικά τους έξοδα μίσθωναν δάσκαλο, συνήθως συνταξιούχο, για να δώσει κάποιες γνώσεις στα παιδιά. Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα μαθήματα σε μια ειδικά διαμορφωμένη καλύβα, το «δασκαλοκάλυβο». Από τις αφηγήσεις τους όμως, διαπιστώνει κανείς μια λιτότητα και παραστατικότητα στην έκφραση, ενώ στα τραγούδια τους φαίνεται μια βαθιά αίσθηση του ρυθμού και του μέτρου.